Tρείς μέρες πέντε πράξεις Μέρα μηδέν Και εγενέτο φως , η κλεψύδρα γύρισε και άρχισε να μετρά. Και πλήθος πολύ, συνωστισμενο κραύγασε Και δυο τιτάνων οι φωνές αντήχησαν στο δωμάτιο με τους καθρέπτες Η απόφαση έμελλε να ληφθεί, έτσι και έγινε, διότι πουλιά τα όνειρα και όμορφα στην όψη, μα για τα χέρια φτιάχτηκαν καρποί ,λουλούδια και γυναίκες ερωτικές, και πέτρες. Έπειτα σύννεφα απλώθηκαν. Και το πλήθος έγινε λαλιά πλασμένη από ρόδα Και οι γητευτές χωρίστηκαν στα δυο Και μιλιούνια παρέλασαν κάτω απ τα ποδιά των τιτάνων και εισέβαλαν στο δωμάτιο με τους καθρέπτες Σμύρνα και μπαχαρα σκορπίστηκαν στον άνεμο, μα πριν μοιράστηκαν στο πλήθος, γιατί σοφοί οι τυφλοί σοφοί και οι βλέποντες. έτσι τα φίδια και οι αμνοί συμπορεύτηκαν, μακρύς ο δρόμος και πιστοί οι σύντροφοι, γίνανε ένα. Μέρα πρώτη: πένθος Και δάκρυ προσφέρθηκε να δροσίσει τον δρόμο Και κήποι και δάση, έρημοι και πελάγη ,λίμνες και βουνά ορθώθηκαν Διότι ο κάμπος βουνό ποθεί που όλα τα βλέπει και όλα τα ακούει, διότι το βουνό κάμπο ποθεί να γείρει να ακουμπήσει και ο κάμπος αγκάλιασε το βουνό. Και οι δυο γίνανε τέσσερις ,και μαύρο φόρεσε το δωμάτιο να μην αλλοιωθεί από το φως ,γιατί ζωή αυτό μα και ψέμα, κουράγιο και λιγοψυχιά, και ένας-ένας έμελλε να μπει. Θηρίο η σκέψη και αλυσίδες στο λαιμό, ας συγχωρεθούν οι αμαρτίες των δεσμευτων και του θηρίου. Κι αντάμα στο γυαλί που 'μεινε χρόνια σκοτεινό οι γητευτές και οι μάγοι, οι τιτάνες κι οι σύντροφοι ,λόγια παρηγοριάς φέροντες ,αναμνήσεις φωτιάς δινοντες ,οργή χαράς δροντες. Πράξη πρώτη:ο τιτάνας του νερού αντίκρυ στους καθρέπτες. Και ο πρώτος εκ των τεσσάρων υπόγραψε στο παγωμένο γυαλί με κοφτερό διαμάντι και το χάραξε και το ζωγράφισε και το διαμόρφωσε όπως η θάλασσα τον βράχο, μα σαν το κύμα χτυπήσει άμμος γεννιέται και η άμμος καλείται να επιλέξει τον δρόμο της που άλλοτε στα βάθη των ωκεανών χώνεται και άλλοτε γυαλί καταλήγει, κι ύστερα το γυαλί καθρέπτης ,που τίποτα δικό του δεν έχει να δείξει και πάντα στους ρυθμούς άλλων κινείται. Πράξη δεύτερη:ο τιτάνας της φωτιάς αντίκρυ στο χαραγμένο καθρέπτη Και ο τιτάνας της φωτιάς στάθηκε δίπλα στο χαραγμένο γυαλί και το ζύγωσε και κοίταξε μέσα σ αυτό μα δεν είδε τίποτα πλην του ειδώλου του. και γύρισε τότε και κοίταξε πίσω του. αγκάλιασε το γυαλί και το έκαψε, ο πρώτος καθρέπτης είχε πέσει. και την σκόνη του μακριά την φύσηξε εκεί που οι γητευτές στέκονταν και αυτοί άρχισαν να ενώνονται πάλι. Πράξη τρίτη:ο τιτάνας του αέρα δίπλα στους σκονισμένους καθρέπτες Και ο αέρας φύσηξε και γύρισε και ήρθε μα είχε δρόμο δύσκολο και το έργο του βαρύ. ο ένας εκ των δυο πρώτων στέκονταν αποδυναμωμένος, μα μίλησε και αυτός και η φωνή του έτριξε τους καθρέπτες και πέταξε την σκόνη μακριά, και το γυαλί ξαναλαμψε. και φύσηξε και γύρισε και απήλθε μα σαν περνούσε σήκωσε και έσπασε και πήρε κομμάτια απ το πάτωμα και πέταξε μαζί του πλάκες και γητευτές. Και χάος εγενετο Και θλίψη απλώθηκε στα συντρίμμια Και ο φύλακας κλίθηκε Μέρα δεύτερη:διαύγεια «σαν κάτι ευχηθείς ,κοίτα να ειν χαμόγελο, γιατί που ξέρεις αν γενεί μπορεί να φέρει, μπορεί να πάρει, μπορεί να αναμειχθεί» Και το πένθος παρήλθε, τα χειρότερα πέρασαν Και η βοή, χάδι εγενετο Και η κλεψύδρα σιμώνει στα μισά Πράξη Τέταρτη :Ο φύλακας του καθρέπτη Και ο φύλακας έσκυψε με λόγχη και σπαθί, διόρθωσε τις πλάκες, έγειρε στο δωμάτιο και μίλησε: «μείνατε χρόνια σιωπηλοί αιώνες κλειδωμένοι και έγινε ανάμνηση η φωνή και ξόρκι η νοσταλγία μα σήμερα σας προκαλώ αν και πολύ αμφιβάλω, γιατί καθρέπτης οι βουλές και κρύσταλλο η ζάλη» Και οι καθρέπτες γύρισαν πλάτη ο ένας στον άλλο, να πάψουν πια να αντανακλούν τα άπειρα είδωλα τους. και τα μαύρα κατέβηκαν να μπει φως Πράξη πέμπτη:ο τιτάνας της γης Μα η άμμος πίεζε στην κλεψύδρα, η βάση για το γυαλί και το συστατικό της γης και τότε ο τιτάνας κλήθηκε Και φόβος και δισταγμός, γιατί η πίστη και η απιστία συνυπάρχουν ,γιατί όσα γένηκαν, έγιναν επειδή το θελήσαμε.
|